Σάββατο, 13 Απριλίου 2019


Ενυπόγραφη επιστολή του 1822, του Αρχιστρατήγου Θ.Κολοκοτρώνη που αναγράφεται μεταξύ άλλων (για διαφορετικά γεγονότα) η φράση "φωτιά και τσεκούρι".


  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΕΝΕΚΟΣ  
   Η διαταγή εξόντωσής του.   
    Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής του Κολοκοτρώνη, κατά πολλούς ιστορικούς (Α. Φραντζή, Ν. Σπηλιάδη, Μακρυγιάννη) φαίνεται ότι ήταν το γεγονός, κατά το οποίο, σε μια επιδρομή του Ιμπραήμ στα Καλαβρυτοχώρια, κατά την διάρκεια κυνηγιού στην περιοχή Χάνι Βερβενίκου, στον κάμπο της Σάλμενας, ο Νενέκος βρέθηκε για ώρες χαμένος στο δάσος μόνος με τον Ιμπραήμ και μπορούσε εύκολα να τον σκοτώσει ή αιχμαλωτίσει, σώζοντας την επανάσταση. Ο Ιμπραήμ τον επαίνεσε δημόσια για την πίστη του, τον ασπάστηκε και με αναφορά στον Σουλτάνο τον έκανε Μπέη. Κατά τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη αιτία ήταν το γεγονός ότι στις 27 Μαρτίου του 1828, ο Νενέκος μαζί με Τούρκους χτύπησε στην Πάτρα μια παλιά οικογένεια από την Καρύταινα, σκλαβώνοντας τα παιδιά της και διαρπάζοντας 6000 πρόβατα. Τότε, σύμφωνα πάντα με τα απομνημονεύματα του, έστειλε νέο γράμμα στον οπλαρχηγό Θανάση Σαγιά (που ήταν συντοπίτης, παλιός συμπολεμιστής, αλλά και ανταγωνιστής του Νενέκου) που επικαιροποιούσε προηγούμενη διαταγή του, του 1826 όταν πρωτοπροσκύνησε ο Νενέκος, να εκτελεστεί αμέσως ο Νενέκος από τον Σαγιά. Γράφει χαρακτηριστικά (σελίδα 216) «Εις τα 1826 όταν πρωτοπροσκύνησε (ο Νενέκος) είχα διατάξει έναν λεγόμενο Σαγιάν να τον σκοτώσει. Ο Σαγιάς μου ζήτησε την άδεια (το 1828) και εγώ είχα την όρεξιν και πάλιν όταν άκουσα και εσκλάβωσε τους Έλληνες τον εντεμπιχίασα με ένα γράμμα και του είπα άπιστε γιατί δεν τον σκοτώνεις που ακόμα είναι με τους Τούρκους ενώ ήλθε ο Κυβερνήτης (είχε αφιχθεί από τον Γενάρη του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας). Τότε ο Σαγιάς έσμιξε τον Νενέκο και τον σκότωσε. Εις τα 1828 έγιναν παράπονα, ο Νενέκος είχε φιρμάνι από την πόλη (Κωνσταντινούπολη) και τον έλεγαν Μπέη Νενέκο.»
    Κατά τον Μακρυγιάννη μόλις το έμαθε ο Κολοκοτρώνης «ωρκίσθη παρρησία ημών εις τον Μεγάλο Θεό των Ελλήνων και είπε ότι επιθυμεί τον φόνο του Νενέκου και αν τον εύρισκε πουθενά με τα ίδια του τα χέρια θα τον εφόνευε, πράγμα πολύ παράξενο και πρωτάκουστο για τον Κολοκοτρώνη, να ομιλεί περί φόνου και ότι μόνος του θέλει να τον κάνει»
    Ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθακόπουλος, υπασπιστής του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη), γράφει αντίστοιχα στα δικά του απομνημονεύματα (Β΄ τόμος σελ.421). Ο Κολοκοτρώνης όταν έμαθε τα καθέκαστα θύμωσε πολύ και τότε είπε ότι επιθυμεί το φόνο του Νενέκου. « Μπήκε στο Μοναστήρι της Κανδύλας και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, αφού γονάτισε τρείς φορές είπε ότι τον καταδικάζει «χάριν της Πατρίδας», όχι χριστιανό αλλά Τούρκο (θεωρώντας τον ) και έδωσε γραπτή διαταγή στο Σαγιά να τον σκοτώσει».
    Η εκτέλεση Νενέκου είχε καταλυτικά αποτελέσματα. Το κλίμα αντιστράφηκε άμεσα. Οι πληθυσμοί μπροστά στην αποφασιστικότητα για κτύπημα των προσκυνημένων άρχισαν να επιστρέφουν στον αγώνα. Ήδη είχε αρχίσει η μεταβολή του ευρωπαϊκού διπλωματικού περιβάλλοντος. Άλλωστε τα κανόνια είχαν ηχήσει στο Ναβαρίνο από τον Οκτώβριο του 1927.        

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019



    
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΕΝΕΚΟΣ
Εισαγωγή-ιστορικό πλαίσιο
   Επετειακό το αφιέρωμα της σημερινής ανάρτησης (με αφορμή τον πρόσφατο εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου 1821), αλλά ταυτόχρονα και διαρκούς επικαιρότητας γιατί αφορά περιστατικά που έχουν στο πέρασμα του χρόνου συμβολοποιηθεί στη συλλογική συνείδηση και πολιτικά στη συνέχεια χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες ή ανάλογες καταστάσεις.
    Αφορά ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που έλαβε χώρα, σύμφωνα με ιστορικούς της εποχής, στην περιοχή του χωριού μας και ειδικότερα τον χώρο της Ι.Μ. Κανδύλας. Πρωταγωνιστής του είναι ο Αρχιστράτηγος του αγώνα της ανεξαρτησίας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και αφορά την εντολή εκτέλεσης του οπλαρχηγού από την Ζουμπάτα (σημερινή Πηγή) Αχαΐας, Δημήτρη Νενέκου.
   Ο Δημήτρης Νενέκος ήταν φημισμένος οπλαρχηγός, αρβανίτικης καταγωγής και είχε για την ικανότητα και την ανδρεία του καταφέρει να γίνει ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης των χωριών της περιοχής (Ζουμπατοχώρια) και από τους πιο ξακουστούς καπετάνιους της Πελοποννήσου. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και αποδοχής από τους τοπικούς πληθυσμούς οι οποίοι τον ακολουθούσαν πιστά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στα απομνημονεύματα του ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθακόπουλος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη) από τον Νενέκο «ήγοντο και φέροντο όλοι οι Αρβανίτες» της περιοχής. Πρωταγωνίστηκε στην απελευθέρωση της Πάτρας και της περιοχής, αλλά και στους εθνικούς αγώνες μέχρι την άφιξη του Ιμπραήμ Πασά στα 1825 στον Μωριά. Υπαγόταν στρατιωτικά στους προεστούς της Αχαΐας Θάνο Κανακάρη και στον γιό του (μετέπειτα Πρωθυπουργό) Βενιζέλο Ρούφο.
   Την αποβίβαση του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο, ακολούθησε οργανωμένη και συστηματική καταστροφή του τόπου. Οι τοπικοί πληθυσμοί και η επανάσταση έφτασαν στα όρια της απελπισίας και της κατάρρευσης. Ο κόσμος κατέφυγε για να σωθεί σε δυσπρόσιτες περιοχές, όμως οι περιουσίες του καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν και η πείνα, η απελπισία και ο φόβος του θανάτου κυριάρχησε παντού. Οι δελεαστικές προτάσεις για προσκύνημα, που συνοδεύονταν από πλουσιοπάροχες αμοιβές και υλική βοήθεια, άρχισαν να βρίσκουν ανταπόκριση στους κατατρεγμένους ραγιάδες. Η μια επαρχία μετά την άλλη προσκυνούσαν. Ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματα του έγραψε ότι τότε ήταν η μόνη φορά, στη διάρκεια του αγώνα, που φοβήθηκε για το σβήσιμο της επανάστασης. Για αυτό και πήρε ως αντίδραση σκληρά μέτρα. Αρχικά με συμβουλές, ύστερα με απειλές και στην συνέχεια με σκληρή βία. Το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» ακούστηκε παντού. Γράφει χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματα του: «..και έκαμα διαταγή, όποιο χωριό δεν γυρίσει πίσω, είναι καμένα τα σπίτια του, καμένα τα αμπέλια του, θα τους αφανίσω από προσώπου της γης, αν επιστρέψουν το έθνος θα τους συγχωρέσει..» και συνεχίζει « ..από το ένα μέρος θα φεύγουνε (τα στρατεύματα του Ιμπραήμ) από το άλλο θα ερχόμαστε εμείς..». Αποσπάσματα γυρνούσαν τις περιοχές που είχαν προσκυνήσει και πίεζαν τον κόσμο να συνταχθεί και πάλι με την επανάσταση. Όποιοι δεν συμμορφώνονταν τιμωρούνταν αλύπητα, καίγονταν οι περιουσίες τους και οι πρωτεργάτες του προσκυνήματος κρεμιόνταν στις πλατείες των χωριών για παραδειγματισμό. Έγινε πλέον σαφές στους πληθυσμούς ό,τι δεν υπήρχαν άλλες επιλογές.
    Τεράστια σημασία για την στάση των πληθυσμών, είχε φυσικά η στάση σημαντικών και κοινά αποδεκτών για την επιρροή τους ανθρώπων, στρατιωτικών και πολιτικών. Η περίπτωση Νενέκου ήταν ακριβώς τέτοια περίπτωση ηγέτη. Είχε διακριθεί στον αγώνα, επηρέαζε πολύ τους πληθυσμούς της περιοχής του και είχε έρθει σε συνεννόηση αρχικά με τους Τούρκους της Πάτρας και τον Δελή Αχμέτ Πασά της και στην συνέχεια (παρά τις παραινέσεις και τις απειλές του ίδιου του Κολοκοτρώνη), ακολούθησε ενεργά με το στρατιωτικό του σώμα (περίπου 2.000 ανδρών), τον στρατό του Ιμπραήμ στις εκστρατείες στην Αρκαδία και Αχαΐα, δίνοντας το μήνυμα του προσκυνήματος.    (συνεχίζεται…)

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΧΕΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΛΙΑ.




Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

ΚΟΥΡΠΑ                   




    Μελαγχολική η ατμόσφαιρα που συναντά ο χειμωνιάτικος και όχι μόνο επισκέπτης, σε ένα από τους πιο πολυσύχναστους τόπους της παλιότερης Κανδύλας. Την Κουρπά…
    Ερειπωμένα καλύβια, χορταριασμένες αυλές και τοίχοι, ερημιά και …σιωπή. Ένα παλιό γνωμικό της Κανδύλας έλεγε άλλωστε ό,τι «όπου φεύγουν οι άνθρωποι στη συνέχεια φεύγουν ακόμα και τα πουλιά!»
  Δίπλα στην μοναδική (λόγω του μόνιμα λιμνιασμένου και ανεκμετάλλευτου, μέχρι την αποστράγγισή του, κάμπου) στράτα που οδηγούσε περιμετρικά στις κυριότερες τοποθεσίες του, αλλά και στα χωριά βόρεια του (Λίμνη, Μάτι, Φενεό), στα ριζά του βουνού, καλύβια που εξυπηρετούσαν τις κτηνοτροφικές κυρίως δραστηριότητες των ιδιοκτητών τους, δεύτερα σπιτικά, που κατά καιρούς κάλυπταν περιστασιακά και τις ανάγκες των περαστικών.
   Το σημείο αναφοράς της όμως, το κεφαλάρι της, που λέγεται ότι παλιότερα ήταν μεγαλύτερο από όλα τα άλλα κεφαλάρια του κάμπου μας. Γύρω στα 1850 φτιάχτηκε πέτρινος περίβολος του, ανάχωμα που συγκέντρωνε τα νερά της πηγής και ελεγχόμενα στη συνέχεια τα διοχέτευε από τις «πόρτες» του προς τον κάμπο.
   Η ύπαρξη της πηγής, καταγράφεται από την αρχαιότητα και τον μικρασιάτη περιηγητή Παυσανία, μαζί με τις υπόλοιπες πηγές και την τοπογραφία της περιοχής, κατά το πέρασμα του από τον Αρκαδικό Ορχομενό προς τις Καφυές και τον Φενεό.
  Η ζωή όμως και η πρόοδος έχει τους δικούς της κανόνες και απαιτήσεις, για την προσωρινότητά μας μένουν μόνο οι γλυκές αναμνήσεις προσώπων και εικόνων της, που δεν υπάρχουν πια…